Κάθε είδους διάκριση που έρχεται από την επαρχία είναι πάντοτε πιο ηχηρή, καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι η επαρχία, δεν έχει τις δυνάμεις και τα μέσα των αστικών κέντρων, λόγω γεωγραφικών και χωρικών ιδιαιτεροτήτων, οικονομικών και μεταφορικών δυνατοτήτων, υποδομών αλλά και δημογραφικών χαρακτηριστικών. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται, συχνά, για τέτοιες διακρίσεις στον αθλητισμό, με τις τοπικές κοινωνίες να φουσκώνουν από υπερηφάνεια για «τα παιδιά τους». Τα αθλητικά σωματεία ανέκαθεν διαδραμάτιζαν ξεχωριστό ρόλο στις τοπικές κοινωνίες, ως πυρήνες συνοχής, αξιών, δυναμικής, προτύπων και υπερηφάνειας.
Θυμάμαι, παλαιότερα, με τις ομάδες καλαθοσφαίρισης και πετοσφαίρισης που αγωνίζονταν στη Β εθνική κατηγορία, ένα «Κλειστό» γεμάτο από φιλάθλους, να στριμώχνονται στις κερκίδες για να υποστηρίξουν τα τοπικά σωματεία σε αγώνες, πολλές φορές απένταντι στα θηρία των αστικών κέντρων. Θυμάμαι το Ιωνικό κολυμβητήριο, κατάμεστο και εμπύρετο, στα παιχνίδια της Α εθνικής κατηγορίας υδατοσφαίρισης. Στέκομαι σε αυτό το άθλημα, καθώς η παραμονή και των δύο σωματείων μας σε αυτήν την κατηγορία (είτε Α1, είτε Α2 – είτε άντρες, είτε γυναίκες) είναι σταθερή και διαρκής, με τεράστιες προσπάθειες -από πλευράς τους- διατήρησης αυτού του στάτους.
Πλέον δε συμβαίνει αυτό. Μερικοί σταθεροί «φίλοι» των αθλημάτων και των σωματείων, οι τοπικοί «πελαργοί» ακολουθούν και υποστηρίζουν. Προσπαθώντας να ερμηνεύσω αυτήν την αδιάφορη στάση, περνούν από το μυαλό μου σκέψεις που σχετίζονται με τη μεταστροφή των αξιών των ανθρώπων, γεγονός που προκαλεί θλίψη, επειδή μαρτυρά ότι οι ανάγκες μας ίσως είναι πλέον λιγότερο συναισθηματικές και αξιακές και ότι δεν είμαστε πια «συνδεδεμένοι» όπως στο παρεθλόν. Μια άλλη ερμηνεία αφορά στην οικονομική δυνατότητα καταβολής του εισιτήριου παρακολούθησης ενός αγώνα (μόνο σε μία περίπτωση από τις προαναφερθείσες συμβαίνει αυτό), αλλά και αυτό καταρρίπτεται αφού το κόστος του εισιτηρίου δε διαφέρει από μια έξοδο για καφέ ή για ποτό, είτε σε ατομικό είτε σε οικογενειακό επίπεδο. Τα καταστήματα εστίασης, ωστόσο, βρίθουν από κόσμο.
Αλήθεια, έχουμε αναρωτηθεί πως νιώθουν οι ομάδες που φέρουν τον τόπο μας στα ονόματά τους, όταν αγωνίζονται με μόλις δέκα συντοπίτες τους στις κερκίδες; Πως τα φέρνουν βόλτα οικονομικά; Πως είναι να μην ενδιαφέρουν οι διακρίσεις τους το κοινωνικό σύνολο; Πως είναι να προσπαθούν εντατικά για την προβολή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα; Πως είναι να ζητούν υποστήριξη, μέσω διαφόρων εργαλείων και να υποστηρίζονται μοναχά από τους λίγους ίδιους κάθε φορά; Αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε όμως, και μάλιστα έγκαιρα, είναι οι συνέπειες αυτής της αποστασιοποίησης, τόσο για το βαθμό της συλλογικής μας ταυτότητας και της κοινωνικής μας συνοχής, τη διαπαιδαγώγηση των επόμενων γενεών και τη μεταστροφή των αξιών. Για όσους δε, αμφισβητούν την εν λόγω συσχέτιση, μπορώ να παραθέσω σχετική επιστημονική βιβλιογραφία.
Οι ομάδες μας, μας έχουν ανάγκη. Κι εμείς τις έχουμε ανάγκη. Πιο πολύ από ποτέ. Για εμάς τους ίδιους, για τα παιδιά μας, για να αποκτήσει ουσιαστικό ενδιαφέρον η καθημερινότητά του κινητού, των έντονων ρυθμών, της απώλειας συνείδησης και ενσυναίσθησης. Όλα σχετίζονται μεταξύ τους, απλά εμείς εθελοτυφλούμε κλεισμένοι στο μικρόκοσμό μας, ίσως γιατί οι συνθήκες δε μας επιτρέπουν να κάνουμε αλλιώς. Η αντιμετώπιση όμως αυτής της συνθήκης, θα μπορούσε να είναι το μεγάλο μας στοίχημα. Αν ξεκινήσουμε έμπρακτα να υποστηρίζουμε –ξανά- τη φωτεινή πινελιά του τοπικού μας καμβά. Τις ομάδες μας. Για όλα εκείνα τα καλά που μας προσφέρουν. Ας είναι, τη σεζόν που έρχεται, γεμάτες οι αθλητικές μας υποδομές. Στα παιχνίδια όλων των κατηγοριών, ηλικιακών πρωταθλημάτων, γυναικών και αντρών.

